Όταν ο δικός μας Ρούνε γράφτηκε στην ιστορία
τι ώρα ήτανε εκείνο το βράδυ της άνοιξης, ρε παιδιά; θυμάμαι σαν τώρα που κλειδώσαμε την πόρτα του σπιτιού μου—και πρώτα απ’ όλα έκανα μία μεγάλη τηλεφώνηση στον αδερφό μου. "Ρε Γιώργο, ελάτε τώρα παρακαλώ! Φτάνουμε!" του λέω κι εκείνος ξέρεις πως έλεγε πάντα "τι έγινε;" σαν κλισέ χαρακτήρας ταινίας. Αλλά αυτήν τη φορά δεν ήταν κλισέ. Αυτό ήταν αληθινό.
Βγήκαμε στον δρόμο κι ο κόσμος είχε πιάσει πια όλα τα μαγαζιά ανοιχτά μέσα στη γειτονιά. Δεν ήταν μόνον οι φανέλες, τα καπέλα κι ο τοπικός χασάπης που είχε βγάλει τεράστια σημαία πάνω από την προθήκη. Ήταν αυτά τα πρόσωπα—άνθρωποι που εδώ και χρόνια λέγαμε μεταξύ μας ότι "όταν γίνει αυτό το πρωτάθλημα δίνουμε ρούμι στα ποτήρια". Κι όμως εκείνο το βράδυ έγινε πραγματικότητα.
Θυμάμαι που πήγαμε στο γήπεδο νωρίτερα κι έπιασε βροχή—αλλιώς τάχα πως να γινόταν πιο ωραίο γλέντι; Οι παλαιοί παίκτες είχαν βγάλει τον κόσμο έξω ακόμα κι εκείνοι στις κερκίδες, λες και η ομάδα τους ήταν δικό τους παιδί. Κι όταν σηκώθηκε το κύπελλο πάνω στη σκάλα του πρωθυπουργού τότε πια ο ουρανός έσκασε—κουβάδες νερό πάνω στις κεραίες των αυτοκινήτων, μουσικές μέχρι πρωίας, ο υπεύθυνος του γηπέδου να ψάχνει έναν μεγαφωνικό για τον ύμνο...
Τι ώρα ήτανε; Δε θυμάμαι ωστόσο εγώ σήμερα—μ’ άφησε μόνο μία γεύση απουσίας: εκείνη την νύχτα δεν είχε θέση για κανέναν φιλοξενούμενο. Ήτανε δική μας πια η πόλη μας κι ο κόσμος πάλι ανθρώπινος σαν τις παλιές ταινίες. Από εκεί που πριν χρόνια βλέπαμε τις κερκίδες μισοάδειες τώρα πιάνανε άνθρωποι μέχρι τ’ αυτοκίνητα στην παράδρομο.
αυτό ήτανε ρε φίλοι μου εκείνο το πρωτάθλημα—δεν είχε σημασία ποιος έπαιζε πρώτος, δε είχαν σημασία τα νούμερα τώρα πια. Σημασία είχε ότι η ομάδα έγινε δική τους όπως έγινε κι η γιορτή δική μας σαν οικογένεια. Την άλλη μέρα ξύπνησα με μία φωτογραφία στα χέρια μου όπου ο Ρόουνε κρατούσε το κύπελλο με ένα γλυκό βλέμμα… κι εγώ τότε έκανα τον πρώτο κύκλο του ρούμι στο τραπέζι χωρίς να χρειαστεί κανείς να πιεστεί.
τέλος πάντως, όσοι ήταν εκεί εκείνο το βράδυ ξέρετε πολύ καλά πως αυτά τα πράγματα δεν ξεχνιούνται—γι’ αυτό και γράφτηκαν πάλι αυτές οι γραμμές.
Ρε Πάνο ρεaaa πού να τραβηχτώ;;;; ένοιωθα το κινητό μου ζεστό σαν φούρνος μέσα στην τσέπη μου εκείνο το βράδυ 🔥🔥💪 κάπου στις δυο η ώρα μετά την παράταση, όταν βγήκα στη βεράντα κι είδα τον ουρανό ν’ ανάβει κόκκινος σαν τον αέρα των αγωνών μας!
Κλείδωσα την πόρτα του εργαστηρίου μου αμέσως—ξέχασα ακόμα και το κλειδί μέσα! πήγα απευθείας στον δρόμο όπου κάποιοι είχαν βγάλει τις καρέκλες τους από το σπίτι, άλλοι τραγουδούσαν "ακόμα μια φορά μαζί" σα να ήταν χορωδία του χωριού, κι εγώ μέσα στο χάος βρήκα τον ξάδερφό μου με δύο μπουκάλια ρετσίνα κι έναν σάκο με ξηρούς καρπούς—"πάρ' τα αυτά ρε Θανάση, γιατί σήμερα δεν είναι μέρα για νερό!" μου λέει γελώντας σαν τρελός.
Στη γωνία είχαμε φτιάξει ένα αυτοσχέδιο γλέντι: η κυρία Σταυρούλα από τον πάνω όροφο είχε βγάλει την σημαία από τη Χόλγκερ πίσω από τον καναπέ της σα βεντάλια, κι ο μικρός Στάθης της οικοδομής έκαιγε δαδιά κρατώντας τη φωτογραφία του Ρόουνε στην μια και ένα κλαδί δάφνης στην άλλη!
Κι όταν είδανε τους παίκτες να βγαίνουν σαν εθνικοί ήρωες προς το μνημείο του ηρώου της πόλης τότε έγινε σεισμός!! κάποιοι ξεσπάσανε σε κλάματα σα να ήταν τελετή βαφής γάμου, άλλοι σφυρίζανε σα κουκουβάγιες, ένας τύπος είχε βάλει την πορτοκαλί κονκάρδα του μέσου δαχτυλίου του σα δαχτυλίδι χρυσό!
Εγώ; έκανα τον κύκλο μου σιγά σιγά γύρω από το τζάκι εκείνου του μανάβη, κρατώντας το ποτήρι ψηλά σαν τρόπαιο κι ο κόσμος χτυπούσε τις παλάμες πάνω στις γάστρες των αυτοκινήτων σα βροντή!! δεν ήταν νίκη ήταν θρίαμβος μίας οικογένειας εκείνο το βράδυ!
Κι όσοι αμφιβάλλετε ακόμη πως όλα αυτά γίνονται μόνο μία φορά; βγείτε στο δρόμο σήμερα! βάλτε την ομάδα σας στο χώμα κι ύστερα μετρήστε πόσοι άνθρωποι ζουνε πραγματικά δίπλα σας… εγώ τότε κατάλαβα γιατί η Χόλγκερ Ρούνε δεν είναι σωματείο—είναι ψυχή!!
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
τι εποχή που ζούνε οι σημερινοί; εκείνο το βράδυ ήταν λες κι η πόλη είχε πάθει αχό—οι πιτσιρίκοι τρέχανε με τις σημαίες σφιχτές στα χέρια σα να κρατούσαν δόξα εθνική, κι η γριά Μαρία από τον τρίτο όροφο είχε βγάλει το σκεύος της μπουκιάς της νεράιδας της γειτονιάς γιατί λέγατε "απόψε θα πιούμε σα βασιλιάδες". Αλλά αυτά δεν είναι όλα...
μιά φοράς που βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο κι ο κόσμος είχε πιάσει σα συνέδριο—κάποιος είχε βάλει το μικρόφωνο του αυτοκινήτου κι έπαιζε τους παλούς "σώστε τη Ρούνε" σα ύμνο, κι εγώ βρήκα τον γέρο Κωνστάντιο με τα γυαλιά κάτω στο μανίκι του πουλόγιου του. Ο άνθρωπος είχε κάνει δώδεκα χιλιόμετρα πεζός από το χωριό του "γιατί η ομάδα χρειαζότανε ξεφτίλι στο βήμα της", όπως έλεγε. Ήρθε, έγλειψε τρεις φορές το κύπελλο πριν βγει στον αγωνιστικό χώρο, κι όταν τελείωσε τον γύρο του γηπέδου είχε πια τρίψιμο στη μύτη από το κλάμα. Θυμάμαι που μου είπε "βρε παιδί μου, δεν είναι πρωτάθλημα αυτό εδώ—είναι μία υπόσχεση που κάνουμε στον εαυτό μας πως η ζωή μπορεί ακόμα να είναι ωραία".
και τώρα όσοι μιλούνε πως αυτοί οι καιροί είναι δύσκολοι; πήγαινέ τους εκείνο το βράδυ στη γωνία όπου γίνονταν γλέντι πάνω από γκρίζα στέγες—εκεί υπήρχε μοναχά ένα πράγμα φωτεινό: η σιγουριά πως όσο υπάρχει κόσμος σαν κι αυτόν, όσο υπάρχουν ψυχές σαν τον Θανάση που ξέχασε το κλειδί του εργαστηρίου κι έσκασε τρία μπουκάλια ρετσίνα μέσα σε μιάμιση ώρα, η ομάδα δεν πάει πουθενά. αυτήν την υπόσχεση κράτησανε όλες αυτές οι γενιές που στέκονταν σαν στρατιές στις κερκίδες όταν η Χόλγκερ Ρούνε ήταν ακόμη παιδί στα τμήματα υποδομών. κι όταν τώρα σηκώνεις το βλέμμα σου προς την κορυφή βλέπεις πως η ομάδα έκανε περισσότερα κι από τον τίτλο—έγινε γέφυρα ανάμεσα σε αυτούς που ήτανε εκεί κι εκείνους που δεν πρόλαβαν. αλλιώς πως λέτε εσείς πως κάτι τόσο μικρό όσο μια τοπική ομάδα γίνεται τόσο μεγάλο όσο μιά οικογενειακή ιστορία;;
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ρε παιδιά, θυμηθείτε εκείνο το αεράκι εκείνης της νύχτας που έκανε όλα τα πάντα να λάμπουν σα φωτογραφίες δεκαετίας; Εκείνο το βράδυ η ομάδα δεν ήταν τρία γκολ πιο πάνω από τον δεύτερο—ήταν εκατοντάδες ανθρώπινες ιστορίες πιο πάνω. Εκείνοι είχανε βγάλει κορδέλες στους δρόμους σα μια ζωή πριν καν αγγίξει κάποιος το κύπελλο· εμείς σήμερα έχουμε τις μισές σημαίες σωστά ξεδιπλωμένες, τις μισές κρατούνται ακόμα σφιχτά σα φυλαχτό μέσα στις τσέπες "για την επόμενη φορά".
Η Χόλγκερ τότε έκανε πρωτάθλημα σα μια υπόσχεση που κράτησε· η σημερινή ομάδα παίζει σα ένα δώρο που περιμένει την επόμενη γιορτή να ανοίξει. Εκείνοι είχανε στη γωνία τον μικρό Στάθη με το δαφνόκλαδο· εμείς ξέρουμε πόσοι στέκονται πίσω από τις κάμερες του κινητού και ελπίζουνε πως κάποια στιγμή ο στόχος τους θα βγει κάτω από τον τίτλο της ομάδας, όχι μόνο στα σχόλια των αντιπάλων.
Κι όταν εκείνοι βγήκαν στο γήπεδο σαν εθνικοί ήρωες, σήκωσαν το κύπελλο και έγιναν οικογενειακό τραπέζι μαζί σας· εμείς σήμερα μιλάμε για απογοητεύσεις πριν ακόμα τελειώσει το 90’. Ήρθανε τότε οι άνθρωποι από χίλια χωριά μόλις λάβαινε την είδηση· σήμερα μιλάμε για followers σα κουτί ζαχαροπλαστικής στις αρχές του πρωταθλήματος.
Τη νύχτα εκείνη έλιωσαν όλα σα κερί—τα προβλήματα της διοίκησης, οι φιλοξενίες που λείπανε, ακόμη κι εκείνοι που χρόνια φώναζαν πως "ποτέ δε γίνεται". Σήμερα φτιάχνουμε ομάδες στο γράφημα, αλλά εκείνοι ζούσανε την ομάδα σα ζεστό χυμό τις κρύες βραδιές. Εκείνο ήταν παιχνίδι πραγματικό· αυτό εδώ είναι σπορ που περιμένει την επόμενη μεγάλη στιγμή σα μεγάλη αγκαλιά αγνώστου.
Κι όμως—σαν εκείνους τους τελευταίους χορούς στα γλέντια του χωριού—η ομάδα είναι ακόμα εκεί, στις βιτρίνες, στους πίνακες, στις στέγες των σπιτιών. Απλά εμείς χρειαζόμαστε μια ακόμα βροχή να γίνει φωτιά σα κι εκείνη· η ουσία είναι η ίδια. Ποτέ μην ξεχνάτε πως μια ομάδα γίνεται μεγάλη όταν αυτή γίνεται η δική σας ιστορία—κι όχι το αντίστροφο.
xG > συναίσθημα.
Πέντε δευτερόλεπτα νωρίτερα είχα δει το εισερχόμενο του Panosopados σαν σημάδι κακού — όχι ότι δεν το περίμενα, σα χαζός βλέπεις ξανά και ξανά την ίδια ταινία όπου φτάνεις πρώτος στη σειρά του σούπερ μάρκετ και τελικά σου λένε πως έχουν κλείσει στις 9. Αλλά εκείνο το "τι ώρα ήτανε εκείνο το βράδυ της άνοιξης" μου πήρε το μυαλό σα ψαλίδι ζακέτας που κολλάει στη ζώνη των παντελονιών σου όταν βιάζεσαι.
Τι λες τώρα ρε Πάνο;; εγώ εκείνο το βράδυ έκανα κουράγιο να ανοίξω τον αποθηκευτικό χώρο μου γιατί θυμάμαι πως είχα πάνω από τριάντα σημαίες κλεισμένες εκεί μέσα — μισή ντουζίνα ήτανε από την εποχή που η ομάδα έπαιζε ακόμα στο γήπεδο της βρύσης κι οι αντίπαλοι έκαναν τρία γκολ πριν κουτρουλώσουνε στη πρώτη ημίχρονο. Τρεις γυναίκες γειτόνισσες είχανε βγάλει τους άνδρες τους έξω κυριολεκτικά σα τρελές, ζητώντας τους να βάλουνε τις κεραίες των αυτοκινήτων τους σα σημαίες γιατί "η πόλη πρέπει να δείξει ότι ζει".
Κι όταν εκείνος ο τύπος είπε "τώρα πια η πόλη είναι δική μας" δε μιλάμε μόνο για ένα πρωτάθλημα — μιλάμε για ένα ντοκιμαντέρ που γράφτηκε επί τόπου από πέντε千 ανθρώπους συγχρόνως χωρίς σενάριο. Εκείνο το βράδυ οι πιτσιρικάδες είχανε βάλει τον ύμνο της ομάδας σαν alarm στο κινητό τους. Το πρωί μετά έγιναν δεκατέσσερα νέα μέλη στα τμήματα υποδομών επειδή "γιατί να μην βάλουμε κι εμείς τα δικά μας χέρια να γίνουμε οικογένεια".
Αλλά εδώ πλέον μιλάς σα βίντεο YouTube που θυμίζει ωραιοποιημένη ταινία — κι όμως εγώ βλέπω τρεις διαφορετικά θέατρα της γιορτής σας: στο πρώτο έκανε χιονόνερο γύρω στις δεκαέξι άτομα τραγουδώντας "σώστε τη Ρούνε" σα βυζαντινό ιερό ύμνο· στο δεύτερο ο μεγάλος Σταύρος είχε βγάλει τον γάιδαρο του χωριού του (ναι, τον Αχιλλέα τον γάιδαρο) φορώντας μπουφάν της ομάδας σαν πανοπλία· κι στο τρίτο μία γριούλα είχε τοποθετήσει πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου της τρεις φανέλες κομμένες έτσι ώστε να φαίνονται σα σημαίες της νίκης.
Παντού όμως υπήρχε αυτό το πράγμα που λες — η σιγουριά πως εκείνο το βράδυ η ομάδα δεν έγινε πρωταθλήτρια σα πρωταθλήτρια, αλλά σα οικογένεια που βρήκε επιτέλους τον κοινό τόπο της μέσα στη φασαρία της πόλης. Ήρθε σιγά σιγά σαν μπόρα, έφερε ανθρώπους μαζί σαν κρίκος συνέχειας μεταξύ δύο εποχών, κι όταν τελικά σηκώθηκε το κύπελλο δεν ήταν ένα αντικείμενο — ήταν η κορώνα αυτής της ιστορίας που γράφτηκε με βήματα, τραγούδια, ξεχνώντας κλειδιά στις πόρτες και τρίβοντας κίτρινες μπογιές στα πρόσωπα.
Μα τώρα εγώ ρώτησα έναν δεκαεξάχρονο φίλο μου χτες: "τι θυμάσαι εσύ από εκείνο το βράδυ;" κι εκείνος μου είπε με σοβαρότητα σα δικαστής: "Θυμάμαι πως η ομάδα έκανε πρωτάθλημα επειδή κάποιος σκόραρε σα ρόπαλο". Αυτή η φράση μου έκανα spin-off όλη την προηγούμενη μέρα — τι λες;; μήπως τελικά αυτή η ιστορία γράφτηκε περισσότερο σαν αυτοσχέδιο έργο παρά σαν ένα μεγάλο γεγονός;; μήπως εμείς σήμερα κρατάμε περισσότερο τη μνήμη της κουλτούρας παρά των αποτελεσμάτων;;
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Ρε βρε ομάδα του σκασμού μου;;;;;
Θυμάμαι εκείνο το απόγευμα όταν τσίμπησε η είδηση στον αγώνα εκείνης της άνοιξης κι εγώ βρισκόμουνε μέσα στο φούρνο αγοράζοντας ψωμί—μου έφυγε από τα χέρια η ψωμί κι έσπασε στο πάτωμα σα γυάλινο ποτήρι, χωρίς κανείς νά καταλάβει τίποτα! Κι ο κύριος Αντώνης ο φούρναρης τραβήχτηκε αμέσως από τη μέση του δρόμου και άρχισε να φωνάζει "ΡΟΟΟΟΟΟΟΟΟΥΝΕ" σα πλημμύρα!!! Τότε κατάλαβα πως δεν ήταν τύχη—ήτανε η ομάδα μας που σκόραρε εκείνο το γκολ εκείνη τη στιγμή σα σίφουνας!!!
Κι όταν βγήκα έξω είδα την ιδιοκτήτρια του καφέ από κάτω να έχει βγάλει ήδη όλα τα κίτρινα τραπεζομάντηλα σα χρυσή θάλασσα στον δρόμο κι η μουσική είχε ξεκινήσει από κάποιον πιτσιρικά που έπαιζε κιθάρα με ένα ψεύτικο πόδι!!!
Η Χόλγκερ τότε δεν ήταν ομάδα—ήτανε το δικό σου τραγούδι που ξέφυγε σα παράνομο πλακάκι στους τοίχους!!! 🔥💪🔴
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
Πώς γίνεται τώρα πιάσαμε έτσι τους παλιομάστορες;; αυτοί κάθε πρωτάθλημα που κάνανε αρχίζανε πρώτα-πρώτα μ’ έναν φούρναρη να φωνάζει σα σειρήνα ντισκοτέκ;; 🤣🍿
Ρε παιδιά, εγώ εκείνο το βράδυ ήμουν μεσαιά που προσπαθούσε να βγάλει το κλειδί από την τσάντα της στο parking του γηπέδου ενώ γύρω γινότανε αίθουσα αναμονής για παράσταση πρωτοχρονιάς — άμα βγεις στους δρόμους τώρα θα δεις πως όλοι έχουνε ακόμα κλειδιά ξεχασμένα στις πόρτες τους σα λάφυρο παλιάς νίκης! Ποιος ξεχνάει το κλειδί του εργαστηρίου όταν η ομάδα σου κάνει το γλέντι της χιλιετίας;; μόνο εγώ;; 😂
Κι όταν ο ένας τύπος πήγε να φορέσει την κονκάρδα στο δαχτυλίδι του σα βασιλιάς της πίστας;; αυτή η φωτογραφία πρέπει να μπει σε μουσείο — δίπλα στη σημαία της κυρίας Σταυρούλας σα εκκλησιαστικό έμβλημα! Αυτά εδώ δεν ήταν γενικά γλέντια, ήτανε προετοιμασία για μέλλον όπου οι σημαίες κρεμιούνται σα έργα τέχνης και τα δαφνόκλαδα καίγονται σα κεράκια!
Οπότε λέω: NEXT φορά που η ομάδα κάνει πρωτάθλημα ξεκινήστε πρώτα τον φούρναρης, βάλτε κιθάρα στο ψεύτικο πόδι και βγάλτε όλα τα τραπεζομάντηλα κίτρινα — γιατί το τίτλο πρέπει πρώτα-πρώτα να τον διαφημίσουμε σωστά στους γείτονες! Γιατί εμείς δεν είμαστε ομάδα, είμαστε βιβλιογραφία οικογενειακών ιστοριών γραμμένη πάνω στους τοίχους με μπογιές ξενοίκιαστες κλπ! 🔴🔥🤪
Κράτα μου την μπύρα.