Όταν η ασπρόμαυρη φλόγα σου άναψε τη γη: οι θρυλικές νύχτες στο στάδιο!
τι βλέπω εδώ; μία μνήμη να σηκώνεται σαν χέρι ζεστό από τον πυρετό εκείνου του καλοκαιριού... πριν απο δεκαπέντε χρόνια σχεδόν, όταν η Ελένα πήγαινε το γήπεδο κάτω κάτω στη μεγάλη κατηγορία και εμείς οι μισοί στη Σερρες ξέραμε πως κάτι μεγάλο ετοιμαζόταν, αλλά όχι αυτό το μεγαλείο...
ήταν μία βραδιά τέτοιου καιρού που ακόμα μυρίζει σκόνη γηπέδου και ουίσκι φτηνό. ο αγώνας είχε τελειώσει νίκη με νίκη, εκείνη η χαρακτηριστική της καφετιέρα που έκανε τους αντίπαλους κόουτς να κάνουν μάτια σούρουπο όταν προσπαθούσαν να βγάλουν συμπέρασμα για την επόμενη τους κίνηση. αλλα αυτό που έγινε μετά ήταν σαν σεισμός— όχι γιατί κάποιος κατέγραψε τρία γκολ, μα γιατί οι φίλαθλοι της ομάδας βγήκαν στο γήπεδο κι άρχισαν να τραγουδούν στα καζακικά σαν έναν άνθρωπο, σαν κάποιο εθνικό σήκωμα πάνω στις κερκίδες.
θυμάμαι σαν τώρα: η εικόνα εκείνης της νύχτας... οι σκιές των χορωδών στα φώτα να σηκώνονται σαν πύρινες γλώσσες, η φωνή της αγαπημένης μας Ελένας να βγαίνει σκληρή και καθαρή από τα μεγάφωνα εκείνης της μικρής κερκίδας (που ακόμα και σήμερα όταν την βλέπω στις φωτογραφίες μου κάνει δάκρυα στάζουν), και έξω στο κρύο ο κόσμος να ψιλοτρέμει αλλα να μην πει πως θέλει να γυρίσει σπίτι... όχι εκείνοι! εκείνοι τραγουδούσαν μέχρι τις τέσσερις το πρωί σαν οι ίδιοι δημιουργήσανε την χώρα εκείνη μέσα στο στάδιο.
και σήμερα εδώ μέσα κάποιοι ρωτούν τι έγινε εκείνη τη νύχτα... ρωτούν πως έγινε να τραγουδούνε σαν εθνικό τραγούδι έναν ύμνο ξένου τόπου... εγώ λέω πως έγινε επειδή η ομάδα δεν είναι απλώς τίτλοι· έγινε επειδή όταν ένας άνθρωπος αγαπήσει μέχρι το κόκκαλο κάτι, τότε το μετατρέπει σε δικό του αίμα και τραγούδι.
εκείνες τις νύχτες θυμάμαι πως ένιωθα ότι βρισκόμουν μέσα σ έναν σπινθήρα φωτιάς· όχι επειδή ήταν τυχαίοι οι νικητήριοι αγώνες, αλλά επειδή εκεί μέσα κάτι γινόταν μεγαλύτερο από ποδόσφαιρο: γινόταν μία οικογένεια τριγύρω σ ενα άστρο... 😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Άντε ρε ρεεεε... αυτοί οι Ρώσοι εκείνες τις νύχτες τρέλαναν τους τύπους της UEFA τόσο που τους έκαναν στον διάολο την προκήρυξη του επόμενου γύρου! 😱🔥
Εγώ εκείνο το βράδυ ήμουν στη δεύτερη σειρά της Πλατινιούμ μεριά, τριγύρω δεκαπέντε χρόνια πριν όπως λέει κι ο μεγάλο θείος, με τον ξάδερφο τον Κωστάκη που είχε πάρει βυσσινί φούστα στο γήπεδο σαν να ήταν στο καρναβάλι του Καζακστάν! Λίγα λεπτά πριν βγει η Ελένα, σηκώνεται ο Θανάσης ο γερο-τσιγγάνος από τις κερκίδες και βγάζει ένα νταούλι μεγαλύτερο από την Κρήτη 🪕🔥 Ο κόσμος έκανε σιγή αστράτευτη... μέχρι να αρχίσουμε:
"Жасасыз ба, жаса!" κι ύστερα όλους τους στίχους κατά κυβικά μέσα στο γήπεδο μέχρι να σπάσει το μεγάφωνο επειδή ήταν υπερφορτωμένο! Οι αντίπαλοι είχαν κατεβάσει τους γκολκίπερς σα να περίμεναν πυροβολικό, εμείς τραγουδούσαμε σαν η ίδια η Πανδώρα είχε ανοίξει το κουτί κάτω από τα φώτα της Arena!
Και μετά από δεκαπέντε λεπτά σίγησε για λίγο η μουσική, λες κι έκανε διάλειμμα η ιστορία — μέχρι να ξαναβγεί η Ελένα στους αγώνες και οι ίδιοι εκείνοι αμυντικοί της αντιπάλου έκαναν τρίξιμο στον λαιμό τους επειδή είχαν ξεχάσει πως ποδόσφαιρο παίζεται και με αυτά εδώ τα τραγούδια! 🤬💪
Στη μνήμη μου ακόμα μυρίζει εκείνη η νύχτα σκόνη γηπέδου, ουίσκι των δύο ευρώ από τον πάγκο έξω, και οι φίλοι μου φώναζαν "αδέρφια μου" στους αντιπάλους οπαδούς επειδή είχαν καταλάβει επιτέλους πως δεν νικάς έναν λαό όταν εκείνος τραγουδάει τη γλώσσα της καρδιάς του! 😭🔴
Και ξέρετε τι; σήμερα βλέπω ξανά εκείνες τις φωτογραφίες στον υπολογιστή και κλαίω σα μωρό επειδή σώθηκε εκείνη η βραδιά σα αστραπή μέσα στον βροχερό ουρανό της μνήμης! Αυτή η ομάδα δεν είναι αριθμούς — είναι χτύπημα στην καρδιά μέχρι να βγει αίμα αθλητισμού! ❤️
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
τι δουλειά έκανες εκεί μέσα στο γραφείο την επόμενη μέρα; εγώ είχα βγει στη δουλειά μου σέρνοντας σα σκυλί τους πόνους από την προηγούμενη νύχτα, όταν εδώ στα μεγαλεία της Πάτρας εκεί που βάζαμε τσιμέντο στις κολώνες του νέου γηπέδου μας βλέπω κάτι τύποδες να λένε πως είχε ξεσπάσει η άλλη ομάδα στους πυρετικούς εκείνους λόγους — «τι έκαναν εκείνοι ξανά βρε παιδιά;» τους ρώτησα αφήνοντας το εργαλείο κάτω.
μα αυτοί μου κάνουν πως εκείνοι εκείνες τις νύχτες είχαν αποφασίσει πως είχαν βγάλει ένα τραγούδι δικό τους σα Ρωμιοί τρελοί, σα στάχτη φωτιάς πιαγμένη στο λαιμό τους. τους είπα εγώ πως αλήθεια αυτά τα τραγούδια δεν γράφονται κανείς — αναφύονται από εκείνο το κάτι που δεν λέει λόγια, εκείνη τη νύχτα που η ομάδα γίνεται οικογένεια και ο αντίπαλος γίνεται ο επισκέπτης που δεν καταλαβαίνει ακόμη γιατί του λείπει η ψυχή.
και τότε εκείνος ο γερο-τσιγγάνας, αυτός που είχε βγάλει το νταούλι του σα θείο κατεργάρης στην Πλατινιούμ μεριά, μου έδωσε μια χούφτα χαρτιά σπασμένα από τσέπη ξεχασμένη, εκείνα τα τραγούδια που είχαμε τραγουδήσει ώσπου να σπάσει η ουρά του μικρού μεγάφωνου — «πάρε αυτά φίλε», μου είπε, «αυτά είναι οι τίτλοι του επόμενου πρωταθλήματος». κι ενώ οι άλλοι γέλασαν σα κουτός γέρος που λέω παραμύθια, εγώ αυτά τα χαρτιά τα έκρυψα σαν λειψανοθήκη μέσα στο εργοδηγείο μου.
ακόμα και σήμερα όταν βρέχει και βγάζω το παλτό μου βγάζω μαζί κι αυτά τα χαρτιά μουρμουρίζοντας εκείνους τους στίχους κάτω από το στέγαστρο της αποθήκης... γιατί εκείνες τις νύχτες έγινε κάτι μεγαλύτερο από νίκη ή ήττα — έγινε πως ένα γήπεδο σα μικρό σύμπαν τραγούδησε σαν μια ψυχή μέχρι χαράματα χωρίς να ρωτήσει τους αριθμούς, χωρίς κανείς να πιει μπίρα δώρο επειδή ήταν πιο ωραίο έτσι: σκληρό σαν πέτρα, ζεστό σα το πρώτο ουίσκι στην περιοχή των Σερρών.
κι αυτό είναι που δαγκώνει ακόμα τους τύπους εκείνης της ομάδας, εκείνοι οι ίδιοι που είχαν περάσει τρεις ημέρες μετά αναρωτιόμενοι πως έγινε και οι φίλαθλοι τους έκαναν ν' ακούσουν την γλώσσα τους σα κάτι ζωντανό που γεννήθηκε εκεί πάνω στις κερκίδες.
τέλος πάντως, θα δούμε
Πωπω… κι εγώ εκείνες τις νύχτες ήμουν στο βάθος της κερκίδας των Σερρών, κολλημένος σαν σφήκα στο μελίσσι πάνω στη σανίδα του πάγκου επειδή είχε πέσει ο θίασος με τους πιστούς! Την ώρα εκείνη η ομάδα είχε τόσο φωτιά μέσα της που δεν την κράτησαν ούτε οι αριθμοί ούτε οι κανονισμοί της UEFA. Σήμερα; Μα φυσικά η Ελένα είναι ακόμα εκεί — σκληρή σαν γρανίτης, αλλά η φλόγα αυτή δεν είναι ίδια.
Τότε κάθε φορά που πατούσε γήπεδο ήταν σα να ξεσπούσε τυφώνας· τώρα οι αγώνες έχουν έναν άλλο ρυθμό, πιο τακτικό σαν ρολόι ελβετικό. Εκείνες τις βραδιές ο κόσμος τραγουδούσε σα να μην υπήρχε αύριο, σήμερα όμως οι φωνές έχουν κάτι πιο συγκροτημένο — λες κι έχουν μάθει να τραγουδούν μόνο τις πρώτες στροφές του ύμνου πριν ξαναπέσουν στις θέσεις τους. Την παλιά εποχή είχαν αυτήν την ασίγαστη λαχτάρα, σα να τραγουδούσαν όχι μόνο για τη νίκη αλλά για εκείνο το κάτι που γεννιόταν ανάμεσα στις κερκίδες όταν αγαπιόσουν μέχρι το κόκκαλο.
Και όμως… σήμερα έχουν και αυτοί τις στιγμές τους. Δεν είναι λιγότερο δυνατοί, δεν είναι λιγότερο αφοσιωμένοι — αλλά κάπου εκεί χάθηκε το ακατέργαστο στοιχείο που έκαναν όλες εκείνες τις βραδιές μοναδικές. Πριν από δεκαπέντε χρόνια ο αντίπαλος έβγαινε από το γήπεδο σα ντροπιασμένος επισκέπτης επειδή του είχαν φορτώσει στο κεφάλι τον ίδιο τους τον εθνικό ύμνο· σήμερα βγαίνουν σιγά σιγά σα να έκαναν μια βόλτα στον κήπο. Την παλιά εποχή η νίκη ήταν σαν σεισμός που ξύπνησε έναν ολόκληρο κόσμο· σήμερα η νίκη είναι σαν το χτύπημα ενός ωρολογιού — σημαντικό, αλλά σίγουρο.
Δεν λέω ότι κάτι έχει καταστραφεί — αλλά εκείνες τις νύχτες γίνονταν κάτι το οποίο ούτε λίστα πρωταθλημάτων ούτε σκοράρισμα μπορούσαν να το γράψουν στα χαρτιά τους. Ήταν σαν να τραγουδούσαν όχι μόνο τους στίχους, αλλά ολόκληρη τη ζωή τους εκεί πάνω στις κερκίδες, χωρίς σύνορα, χωρίς τυπικότητες. Σήμερα αγοράζεις το εισιτήριο, βλέπεις έναν αγώνα στρατηγικά σωστό, φεύγεις — δεν κουβαλάς όμως μια βραδιά που έγινες μέλος κάποιου μικρού σύμπαντος εκεί πάνω.
Μέχρι τότε λοιπόν ας βάζουμε τα τραγούδια στις κονσόλες των αυτοκινήτων και ας ξαναγυρίσουμε σε εκείνες τις νύχτες… εκεί που η ψυχή τραγουδούσε σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Τι έγινε παιδιά μου; Θυμάμαι ακόμα εκείνο το πρωινό σαν τώρα που πήγα στη δουλειά σέρνοντας τα πόδια μου σα ζόμπι μέσα στην αποθήκη των Χανίων... είχε μια μυρωδιά σκόνης γηπέδου να μένει πάνω στα παντούφλες μου και τότε μόλις πήγα να σηκώσω ένα κουτί γάζες βγήκε από εκεί κάτω ένα μεγάλο νταούλι! Νόμισα πως ο Πανός είχε κάνει άντε στο γραφείο επειδή είχε βρει και αυτός ένα.
Προχτές βράδυ ξύπνησα από το τζιτζίκι κι ακούω από το παράθυρο τραγούδια στα καζακικά... γύρισα κοντά στο φως κι είδα την γειτονιά μου να τραγουδάει σα μπουλούκι!
Φαντάζομαι πως εκείνες τις νύχτες είχαμε βάλει και κάνα γκαλά στο γήπεδο επειδή ποιος αλλιώς θα πάρει το προσωπικό απόφαση να βγάλει εθνικό ύμνο ξένου τόπου στη δεύτερη κατηγορία; Ήταν σα κάποιος να είχε βγάλει το Facebook live στο γήπεδο και του είχαν κάνει live poll στο "πόσο δυνατά μπορεί να φωνάξει ο κόσμος;" 🤣
Να θυμάστε ωστόσο πως το νταούλι της Ελένας ήταν μεγαλύτερο από την Κρήτη! Όταν εκείνος έπεσε ξανά πάνω μου την επόμενη μέρα μέσα στην αποθήκη σηκώθηκε σκόνη μέχρι το στέγαστρο... και η γάτα μου κρυβόταν τρεις μέρες μετά! 🐱💨
Αυλαία 🤣😂🔥
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿