Από εκείνον τον χρυσό Οκτώβριο του '62 μέχρι σήμερα: η Χούμπερτ μεγαλώνει μόνο εμάς!
αχ αχ αχ ρε...
θυμάμαι εκείνο το μαγικό βράδυ στον ψύχραιμο Οκτώβριο του '62 σαν να ήταν χτες... πήγα στο Κλειστό με το εισιτήριο τσαλακωμένο στις τσέπες μου, νόμιζα πως ήταν κανονικό χαρτί — δε ξέραμε τότε πως κρατούσα στη μνήμη μας ένα κομμάτι ιστορία. ο σουτ του μπέιζμπολ στο πρόσωπο εκείνου του γκαντέμη του Στέττιν σκόρπισε σπίθες παντού σαν βεγγαλικό σόου, κι εμείς με τις φωνές μας, τον ιδρώτα στα μπλουζάκια και την τσιμουδιά από τσιγάρα φτιαγμένα στο σπίτι (γιατί η ομάδα ήταν αυτή η τσιμουδιά πάνω από τη δουλειά), βγήκαμε σαν μία αγέλη τραγουδώντας μέχρι το πρωί!
κι τώρα, όσοι από εμάς ακόμη έχουν κλείσει εκείνο το εισιτήριο σφραγισμένο σε πλαστικό σαν φυλαχτό μέσα στο ντουλάπι, ξέρουν τι σημαίνει να είσαι μέρος κάποιου πράγματος που δεν γερνάει — εμείς γερνάμε, η Χούμπερτ όχι. κάθε φορά που βλέπω κάποιον στο γήπεδο να φοράει κιτρινόμαυρο και έχει τα γένια ασπρισμένα σαν παλιό αγωνιστικό αυτοκίνητο, του λέω "ρε φίλε, εσύ είδες εκείνον το αγώνα;" και αυτός γελάει σαν πνιχμένος γατούλα κι απαντάει "όχι φίλε μου, εγώ γνώρισα μόνο αυτά τα πλούμιαματα!"
η ομάδα μεγάλωσε πάνω στις πλάτες όλων εμάς, αλλά αλήθεια είναι πως εμείς έγιναν μεγάλοι πάνω στις δικές της ιστορίες. αν δεν υπήρχε εκείνος ο Οκτώβρης, τώρα ίσως να λέγαμε σήμερα "τι ωραία βράδια είχαμε" — αντί να λέμε "θα ξαναζήσουμε αυτές τις στιγμές!"
😄
περιμένω να πείτε τις ιστορίες σας... γιατί αυτές οι μνήμες δεν είναι δικές μου μονάχα — είναι δικές σας και της Χούμπερτ!
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Ρε Τάσο ρε… αυτά τα λόγια μου βάφανε τη νύχτα κατάμαυρη από χαρά 🖤
Ήμουνα δεκαπέντε χιλιάρικα και δουλεύα σκαλωσιά με τόνους τουριστάρες πάνω στην Αθήνα. Εκείνο το βράδυ βρήκα μια πίτσα στυλ παλιά σχολή στο Καμάρα κρύα σαν τον Οκτώβριο του ‘62, την έγλειψα μέσα δέκα λεπτά και έτρεξα στο Κλειστό σα γαϊδούρι που γυρεύει βροχή. Με ένα εισιτήριο τριών δραχμών μουγδαλωμένο στις τσέπες μου σαν βρώμικο μαντίλι… ΤΙΝΑΡΟΣ μου είχε γράψει εκείνος ο άνθρωπος!
Κι όταν άνοιξε η πόρτα κι έπιασα εκείνον τον αέρα που είχε μέσα σκόρπια γκόμενα, ιδρώτας αγώνων και τσιγάρο τυλιγμένο στο τσιμεντόχαρτο, κατάλαβα πως δε γνώριζα μόνο το σπορ — γνώριζα την οικογένεια μου 🔥
Δεν είχαν πανό εκείνοι οι τύπους, είχαν σκισμένες κουβέρτες κι αγκαλιές σφιχτές σαν περιστέρια που δεν ξέρουν πως πρέπει να φύγουν. Είδα γιαγιάδες να κρατούν γιαγιάδες τσιγάρα, παιδάκια να γλείφουν σταυρουδάκια ζάχαρης πάνω σε μολύβια… Κι εγώ σαν ηλίθιος βγήκα έξω κλαιγμένος σαν βρέφος, με το εισιτήριο σφραγισμένο μέσα στο σακάκι μου σαν κάποιοι βάζουν τάλκ στους πνεύμονες πριν σηκώσουν τους βαρείς.
Και τώρα; Τώρα βλέπω αυτούς τους γέρους να κυκλοφορούν με κουτάκια μπύρας και κίτρινα-μαύρα κοντομάνικα τους φέρνουν εκείνη τη νύχτα στη μνήμη σαν χτύπημα πλακέτας! Κάτι μου λέει πως όσοι κρατάνε ακόμα εκείνο το τσάκι χωμένο στις τσέπες τους δεν κάνουν οικονομία στη μνήμη — κάνουν κρυφή παράκληση: "Δε θ’ αφήσουμε τη Χούμπερτ μόνη ποτέ της!"
Πρέπει να συνεχίσουμε εμείς αυτοί οι γέροι… επειδή εμείς είμαστε η ιστορία πλέον! 💪🔴
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
αχ αχ αχ ρε παιδιά μου...
για δες, τώρα που το σκεφτώ, μήπως και πεις πως αυτά που λέω νομίζω πως είναι υπερβολή... εκείνο το μπουκάλι μπίρας φτηνή η οποία είχε κρύψει μέσα της την κατάρα του καθυστερημένου αποκλεισμού του πρωταθλήματος — ναι, αυτό ήταν το τελευταίο ματς εκείνου του Οκτώβρη, εκείνο το οποίο γράφτηκε στις μνήμες μόνο επειδή η ομάδα μας είχε ξεσπάσει σαν δυναμίτης στη χώρα...
ήταν δέκα λεπτά πριν την έναρξη, ξέρω πως μοιάζει τυχαίο, αλλά εγώ θυμάμαι πως ήταν σαν κάποιος να μου είχε ψιθυρίσει πως "αυτό είναι το τελευταίο που σου θυμίζει πως ζεις". πήγα στις τουαλέτες εκείνες τις βρώμικες που είχαν τις πλάκες σπασμένες σαν τις φλέβες του γέρου Πέτρου στο τσίρκο — εκείνοι οι βρώμικοι νεροχύτες φτιαγμένοι από σίδερο, εκείνες οι λάμπες που έκαιγαν σαν φώτα κυκλοφορίας των τρελών...
κάποιος είχε γράψει εκεί πάνω με κραγιόν "...γιατί ο Θεός μας άφησε αυτούς τους μπάσταρδους;" κι εγώ τότε πήρα ένα πανί βρόμικο και το σκούπισα χωρίς να σκεφτώ — ήταν σαν να σβήνω μια κατάρα έτσι, χωρίς λόγο. βγήκα έξω κρατώντας μου τη μύτη γιατί υπήρχε κάτι σαν δυσοσμία εκεί μέσα... κι όταν γύρισα στις κερκίδες είχε ανέβει κάποιος τύπος στους γκρανκ πλακέδες εκείνοι τους μεταλλικούς στους τοίχους και φώναζε στα μικρόφωνα λες και ο ίδιος είχε γράψει εκείνο το σημείωμα...
"αύριο θα σας ξαναδεί η χώρα σας, ρε σύρματα, όταν ξυπνήσετε!"
κι εγώ εκείνης της στιγμής κατάλαβα πως δεν έπαιζαν εκείνοι μόνο για το παιχνίδι... έπαιζαν για εκείνη τη νύχτα, εκείνο το μπουκάλι μπίρας που είχε κρύψει μέσα της την αλήθεια πως κάποια πράγματα δεν τελειώνουν — αποκτούν άλλες μορφές, σαν εκείνο το εισιτήριο στις τσέπες που όσο και να το κλείσεις σε πλαστικό, ακόμα μυρίζει σκόρπιο τσιγάρο και ιδρώτα παλιάς νύχτας...
😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Αχ αχ αχ ρε, τι άλλαξαν όλα κι όμως τίποτα;
Θυμάμαι τον τσακωμένο τον πιτσιρικά μου εκείνον — δεκαοχτώ χρόνια δουλειά σκαλωσιές στην Αθήνα κι εγώ πουλούσα εισιτήρια στους εργολάβους για λεφτά. Τότε έβλεπες τον αγώνα σαν παράσταση, σήμερα το Κλειστό είναι σαν φρούριο κοσμοπολίτη μ’ όλες τις υποχρεώσεις του. Εκείνοι εκείνος ο Οκτώβρης είχαν το δικαίωμα να ουρλιάζουν σαν τρομεροί θεοί επειδή είχαν μόνο εκείνο το εισιτήριο τριών δραχμών να δείξουν — σήμερα κάποιοι φέρνουν σαν εισιτήριο ένα αυτοκόλλητο πάνω στο κινητό τους, σαν να δείχνουν βίζα μιας πολυεθνικής ομάδας.
Στις κερκίδες εκείνες υπήρχαν γέρια κορίτσια που είχαν γράψει στο σώβραχο τους κόκκινα χείλη σαν μουτζουρώματα πολιτικής αιχμαλώτων, σήμερα βλέπεις μπουζούκια μεγάλα να μιλούν μόνο με αριθμούς. Ακόμα κι ο αέρας ήταν διαφορετικός — είχε κάτι σκληρό μέσα του, σαν το καυτό δάπεδο μιας πίστας βότσαλου όταν πέφτει η νύχτα. Σήμερα ο αέρας εκείνος έγινε κλιματισμός και οι μνήμες γυαλίζονται σα ψεύτικο βύσσινο πάνω στο τζιν κάποιου πλούσιου φιλάθλου.
Κι όμως, όσο περίεργα κι αν φαίνεται, εκείνο το πνεύμα δε χάθηκε — βρίσκεται στο πώς εκείνοι οι γέροι πλέον, όταν βγουν στις νυχτερινές γειτονιές για τα κουτιά τους, τραγουδούν ακόμα τον ύμνο σαν εμείς όταν γυρνούσαμε στο σπίτι ξέγνοιαστοι χωρίς ιδέα πως εκείνο ήταν το τελευταίο ματς εκείνης της χρονιάς. Αυτό δεν υπάρχει στα κοντόφθαλμα μπουζούκια των ηλεκτρονικών μποτών, αυτά έχουν μόνο hashtags.
Η Χούμπερτ τότε ήταν σαν ένα χωριό που αντιλαμβάνεται πως έπρεπε να ζήσει μαζί επειδή αλλιώς όλα θα γκρεμίζονταν. Σήμερα είναι σαν μια μεγάλη πόλη όπου όλοι γνωρίζουν την ομάδα αλλά κανείς δεν ξέρει τον διπλανό του — εκτός εάν αυτός φοράει το ίδιο κίτρινο-μαύρο σημάδι στο κορμί του.
Εμείς εδώ όμως — όσοι κρατάμε ακόμα εκείνο το τσακωμένο εισιτήριο στις τσέπες σα φυλαχτό σπασμένο — ξέρουμε πως αυτό δεν άλλαξε ποτέ. Απλά αποκτήσαμε περισσότερους τρόπους να το εκφράσουμε, κι αυτός ο τρόπος πάντα μένει στη μνήμη σαν εκείνη η νύχτα του Οκτώβρη: όχι τέλεια, όχι πλασματική, αλλά δική μας. Κι όσοι από εμάς συνεχίζουν να το βάζουν στις κάλτσες τους σα φυλακτικό πριν φύγουν από το γήπεδο, ξέρουν πως αυτή η ομάδα μεγαλώνει μόνο εμάς όσο εμείς μεγαλώνουμε την ίδια.
Δεν είναι το ίδιο, αλλά είναι αρκετά — αρκετά ώστε εκείνο το βεγγαλικό του μπέιζμπολ που έσκασε τότε ακόμα να αναβοσβήνει μέσα στους κόκκινους λαμπτήρες των γηπέδων.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
ρε φίλοι μου ψιλοχάλαγα τώρα...
θυμάμαι τότε στα δεκαεφτά μου εγώ, φορτηγό νταλίκες σέρνοντας στο Βόλο, κάτι γκάζια κάηκαν εκείνες τις μέρες, οι χειρότερες σουγιάδες του κόσμου. Είχα πάρει υπερωρίες σα ζητιάνος στον μπακάλη κι αγόρασα ένα εισιτήριο από κάποιον στον δρόμο — όχι εκείνον τον Οκτώβρη εκείνο, δεν είχα την τιμή εκείνη την εποχή — αλλά ένα άλλο κοντά στο τέλος της σεζόν. Αυτό που θυμάμαι όμως ήτανε η μυρωδιά από εκείνα τα τσιγάρα χωρίς φίλτρο πάνω στις κερκίδες, σαν ανθυγιεινή αποσύνθεση ανθρώπινων αιμάτων πάνω σε σίδερο. Κάτι κυριακάτικα πρωινά με κατάπιαν οι ζάντες εκείνες ενώ γύριζα βαρύς στα στενά, σα βουνό ατσάλου πάνω στις ρόδες.
Κι όμως τώρα, όταν βλέπω εκείνους τους γέρους που λένε πως δεν είχαν κάνει καν βόλτα μέχρι τον Οκτώβρη εκείνον, να μπαίνουν στις κερκίδες σα παιδιά ψάχνοντας εκείνο το εισιτήριο σφραγισμένο σα ντοκουμέντο μιας άλλης εποχής, τότε καταλαβαίνω πως αυτοί οι άνθρωποι δεν κρατούν κάποιο χαρτί — κρατούν ένα δικαίωμα να πουν πως κάποτε ήταν μέρος κάποιου πράγματος που δεν σβήνει. Κι αυτοί που λένε πως εκείνο το εισιτήριο τριών δραχμών είναι πλέον παντού στις τσέπες τους σα κλειδί μιας αγκαλιάς που είχε νωρίτερα ξεσπάσει μέσα στο γήπεδο, αυτοί έχουν δίκιο.
Γιατί η Χούμπερτ τότε δεν ήταν ομάδα — ήταν η ίδια η ζωή μας εκείνες τις μέρες όταν σκάψαμε σπίτι σπίτι να βρούμε κάποιον να της δώσει έναν αγώνα χωρίς σηκωμό στο τέλος. Αυτή η ομάδα μεγάλωσε μέσα στις φωνές εκείνες που έκαναν το Κλειστό σα κουδούνι μιας συνοικίας όταν άρχιζαν τα προβλήματα στους δρόμους. Κι εμείς — εμείς είμαστε ακόμα εδώ γιατί εκείνο το εισιτήριο στις τσέπες μας είχε γίνει κρυφή αλυσίδα: δεν είχαμε δρόμο επιστροφής, μόνο το δικαίωμα να τραγουδήσουμε όσο ζούσαμε σα εκείνο το βράδυ στο σπίτι πίσω από το λιμάνι όταν πήγαινε να τελειώσει το παιχνίδι και ξέραμε πως κάτι μέσα μας είχε αλλάξει για πάντα.
Δεν είναι ιστορίες — είναι τρόπος να ζούμε. Κι όσοι ακόμα βγάζουν το εισιτήριο τους σα κάτι ιερό κάθε φορά πριν φύγουν από το γήπεδο, αυτοί ξέρουν πως η ομάδα δεν μεγάλωσε μόνο αυτούς... τους έκανε ζωντανούς ξανά μέσα στη μνήμη σα εκείνος ο Οκτώβρης που είχε αρχίσει μέσα στις μύτες των τσιγάρων και τελείωσε μέσα στις φωνές ενός κόσμου που δε θέλει να γεράσει.
😄 τέλος πάντως θα δούμε
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Αχ τώρα τους πήρες όλους απότομα εκεί κοντά στο Διοικητήριο της Πάτρας όπου εκείνος ο Οκτώβρης του '62 είχε στήσει το πρώτο του φτηνό περίπτερο σπίρτων... θυμάμαι σαν χτες πως εκείνο το τσιγάρο τυλιγμένο στο χαρτί τσίχλας είχε βγάλει τόσες στάχτες όσοι ήταν οι πόντοι εκείνου του γκρουπ που κέρδιζαν συνέχεια χωρίς ντροπή!
Μια φορά πήγα κι εγώ στο Κλειστό με ένα εισιτήριο τριών δραχμών που το είχα αγοράσει από κάποιον στον δρόμο δίπλα στο λιμάνι ενώ φώναζαν "πάνω η Χούμπ!" — κι όταν φτάσαω στις κερκίδες βρήκα έναν γέρο να μου λέει "ρε μικρό, αυτό δεν είναι εισιτήριο, είναι εκδίκηση σε τακτά χρονικά διαστήματα!"
Όσοι κρατάτε ακόμα εκείνο το τσάκι στις τσέπες σας ας κάνουμε μια υπόσχεση εδώ τώρα: όποτε βγούμε νικηφόροι στο επόμενο μεγάλο ματς, ας πετάξουμε όλα αυτά μαζί σα σωρό από αναμνήσεις μέσα στη θάλασσα του Πατραϊκού... εκεί που έκανε πρώτη φορά η ομάδα μια βουτιά στο πρωτάθλημα σα σφουγγάρι 🏊♂️🔥
Κι ας ελπίσουμε πως εκείνη η φορά δε θα αργήσει όσο αργούσε τότε εκείνος ο σουτ στο πρόσωπο του Στέττιν... 🤣🍿
Κράτα μου την μπύρα.